Εισαγωγή. Η επίπτωση μεταβολικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι ιδιαίτερα αυξημένη στις δυτικές κοινωνίες και αποτελούν σήμερα από τις συχνότερες αιτίες νοσηρότητας και θνητότητας. Η έγκαιρη διάγνωσή τους κατά την παιδική ηλικία με την χρήση ικανών δεικτών είναι σημαντική για την πρόληψή τους. Πρωτείνες όπως ο Fibroblast Growth Factor 21 (FGF21), η λεπτίνη, η αδιπονεκτίνη και ο Insulin-like growth factor binding protein 1 (IGFBP1), έχουν πολλαπλές επιδράσεις στον μεταβολισμό οι οποίες έχουν μερικώς μελετηθεί σε ενήλικες. Ο ρόλος τους στα παιδιά παραμένει αδιευκρίνιστος. Σκοπός της διδακτορικής έρευνας ήταν η διερεύνηση πιθανών νέων δεικτών και του ρόλου τους στη παθοφυσιολογία του μεταβολισμού και του καρδιαγγειακού συστήματος στην παιδική ηλικία. Μέθοδος. Μελετήθηκαν 78 υγιή παιδιά ηλικίας 7 έως 16 ετών, καταγράφηκαν τα σωματομετρικά στοιχεία η αρτηριακή πίεση, έγινε μέτρηση βιοχημικών δεικτών στον ορό του αίματος συμπεριλαμβανομένων των FGF21, λεπτίνης, αδιπονεκτίνης και IGFBP1 έπειτα από ολονύκτια νηστεία. Έγιναν υπερηχογραφικές μετρήσεις του δείκτη πρώιμης ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας, ενδοθηλιοεξαρτώμενη αγγειοδιαστολή στη βραχιόνια αρτηρία [flow mediated dilation (FMD)], καθώς και μετρήσεις του δείκτη πρώιμης δομικής αθηροσκλήρυνσης, πάχος έσω-μέσου χιτώνα καρωτίδων [carotid intima-media thickness (cIMT)]. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες με φυσιολογικό ΔΜΣ, υπέρβαρα και παχύσαρκα, και σε παιδιά με ή χωρίς μεταβολικό σύνδρομο (ΜΣ) (International Diabetes Federation). Εξετάστηκε η ηπατική και θυρεοειδική λειτουργία, το λιπιδαιμικό προφίλ και η αντίσταση στην ινσουλίνη. Διερευνήθηκε η πιθανή συσχέτιση των βιοδεικτών αυτών με το ΜΣ την παχυσαρκία και με μεταβολικές διαταραχές και υπολογίστηκε η διαγνωστική τους αξία. Αποτελέσματα. Τα επίπεδα ορού του FGF21 και της λεπτίνης βρέθηκαν στατιστικά αυξημένα στα υπέρβαρα/παχύσαρκα σε σύγκριση με τα παιδιά με φυσιολογικό ΔΜΣ, και ήταν επίσης αυξημένα στα παιδιά με ΜΣ σε σύγκριση με τα παιδιά χωρίς ΜΣ. Τα επίπεδα του FGF21 και της λεπτίνης συσχετίστηκαν αρνητικά με τον IGFBP1 ενώ θετικά μεταξύ τους και με τον HOMAIR καθώς και με παράγοντες του ΜΣ. Τα επίπεδα του ορού της αδιπονεκτίνης δεν μεταβλήθηκαν μεταξύ των διαφορετικών ομάδων. Ο IGFBP1 ανευρέθη μειωμένος στον ορό του αίματος των παιδιών που ήταν παχύσαρκα και των παιδιών με ΜΣ. Από τους δείκτες που μελετήθηκαν μόνο ο FGF21 και η λεπτίνη συσχετίστηκαν με το FMD και η σχέση αυτή παρέμεινε σημαντική έπειτα από διόρθωση για ΔΜΣ, φύλο και ηλικία, μόνο για τον FGF21. Η διαγνωστική αξία των επιπέδων ορού του FGF21 υπολογίστηκε και βρέθηκε πως τιμές άνω των 121.3ng/L προβλέπουν σημαντικά το ΜΣ ενώ για κάθε 10ng/L αύξηση στα επίπεδα ορού του FGF21 η πιθανότητα εμφάνισης ΜΣ αυξάνεται κατά 10%. Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται ότι ο FGF21 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης μεταβολικών και καρδιαγγειακών νόσων σε παιδιατρικό πληθυσμό, ενώ η λεπτίνη και ο IGFBP1 θα μπορούσαν πιθανόν να αποτελέσουν δείκτες μεταβολικών νόσων. Από τους δύο αγγειακούς δείκτες που μελετήθηκαν φαίνεται πως μόνο η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία FMD μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη της αγγειακής δυσλειτουργίας καθώς επηρεάζεται πρώιμα με ήπιες διαταραχές του μεταβολισμού σε παιδιά. Συμπεράσματα. Τα επίπεδά του FGF21 ανευρίσκονται σημαντικά αυξημένα στον ορό του αίματος σε παχύσαρκα παιδιά και παιδιά με ΜΣ. Ο FGF21 συσχετίστηκε αρνητικά με το δείκτη ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας FMD και η αύξησή του στο ορό μπορούσε να προβλέψει την παρουσία ΜΣ στα παιδιά. Η λεπτίνη και ο IGFBP1 παρουσίασαν συσχέτιση με χαρακτηριστικά του ΜΣ αλλά δεν συσχετίστηκαν ανεξάρτητα με τον αγγειακό δείκτη και θα μπορούσαν πιθανόν να αποτελέσουν δείκτες μεταβολικών νόσων. Περισσότερη και στοχευμένη, προοπτική έρευνα με μακροχρόνια παρακολούθηση των παιδιών απαιτείται για να δείξει αν ο FGF21 θα μπορούσε στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί ως προγνωστικός δείκτης μεταβολικών και καρδιαγγειακών νόσων σε παιδιατρικό πληθυσμό.