摘要
Η L. monocytogenes έχει απομονωθεί από κλινικά και περιβαλλοντικά δείγματα, καθώς και από δείγματα τροφίμων. Μελέτες που έχουν γίνει σε μεγάλες επιδημίες έχουν δείξει ότι η λιστερίωση είναι τροφιμογενές νόσημα. Η L. monocytogenes έχει απομονωθεί από ποικιλία τροφίμων, καθώς και από τις γραμμές παραγωγής κρύας ή θερμής κάπνισης ιχθύων, γι αυτό το λόγο τα ιχθυηρά είναιυπεύθυνα για περιπτώσεις ανθρώπινης λιστερίωσης. Οι αριθμοί των κυττάρων της L. monocytogenes από τα τρόφιμα, τα περιβαλλοντικά και κλινικά δείγματα είναι πολύ μικροί, γι αυτό είναι πολύ σημαντική η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου για την ανίχνευση του βακτηρίου. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν: α) η συγκριτική μελέτη ανίχνευσης της L. monocytogenes από τα τρόφιμα με τη χρήση της ISO 11290-1 καλλιεργητικής μεθόδου και των νέων μοριακών μεθόδων (PCR, Real Time PCR) και β) ο προσδιορισμός της συχνότητας απομόνωσης της L. monocytogenes σε ιχθυηρά της ελληνικής αγοράς, τόσο με τη χρήση κλασικών καλλιεργητικών υποστρωμάτων, όσο και νέων μοριακών τεχνικών. Για τη συγκριτική μελέτη, χρησιμοποιήθηκαν υγρά υποστρώματα, στα οποία ενοφθαλίστηκε πρότυπο στέλεχος L. monocytogenes γνωστής συγκέντρωσης. Για τηνανίχνευση του μικροοργανισμού χρησιμοποιήθηκε η ISO 11290-1 καλλιεργητική μέθοδος (σε Oxford άγαρ και σε PALCAM άγαρ) και η Αλυσιδωτή Αντίδραση Πολυμεράσης (PCR), με χρήση δύο νέων αυτοματοποιημένων συστημάτων, του LightCycler (Roche) και του Bax® system (Qualicon). Εξετάστηκαν διαδοχικές αραιώσεις του αρχικού εναιωρήματος της L. monocytogenes και το πείραμαεπαναλήφθηκε με τα δείγματα να έχουν υποστεί νωρίτερα παστερίωση και αποστείρωση. Όλα τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν εις διπλούν. Για τον προσδιορισμό της συχνότητας της L. monocytogenes στα ιχθυηρά, εξετάστηκαν 255 δείγματα νωπών και επεξεργασμένων ιχθύων, γλυκών και αλμυρών υδάτων, τόσο με τη χρήση των κλασικών καλλιεργητικών υποστρωμάτων (ISO11290-1), όσο και των δύο νέων μοριακών τεχνικών. Τα δείγματα συλλέχθηκαν από σούπερ μάρκετ, ιχθυοπωλεία και ιχθυοτροφεία της Ηπείρου. To Half-Fraser broth και το Fraser broth χρησιμοποιήθηκαν ως προ-εμπλουτιστικό και εμπλουτιστικό θρεπτικό μέσο αντίστοιχα, ενώ το Oxford άγαρ και το PALCAM άγαρ (ISO 11290-1) ως εκλεκτικά στερεά θρεπτικά υποστρώματα. Με τα καλλιεργητικά μέσα απομονώθηκαν επτά στελέχη L. monocytogenes (2,75%), τα οποία επίσης ανιχνεύθηκαν και από τα δύο μοριακά συστήματα PCR. Το ένα στέλεχος L. monocytogenes (ορότυπος 4) απομονώθηκε από ένα φρέσκο κέφαλο (3,3%), δύο στελέχη L. monocytogenes(ορότυπος 1) απομονώθηκαν από εισαγόμενα φιλέτα σολομού (Νορβηγίας) (6,7%) και τέσσερα στελέχη L. monocytogenes (ορότυπος 1) απομονώθηκαν από καπνιστές πέστροφες (8,9%). Όλα τα στελέχη ήταν ευαίσθητα στα αντιβιοτικά πενικιλίνη και αμπικιλίνη. Από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι οι μοριακές τεχνικές είναι πιο γρήγορες και ακριβείς σε σχέση με την καλλιεργητική μέθοδο. Η ανίχνευση και ταυτοποίηση της L. monocytogenes μπορεί να γίνει σε δύο ημέρες σε σύγκριση με τιςκαλλιεργητικές τεχνικές που απαιτούν περίπου μία εβδομάδα. Από τα αποτέλεσμα φαίνεται επίσης ότι τα ιχθυηρά μπορούν να αποτελέσουν μέσο μετάδοσης της L. monocytogenes στον άνθρωπο, είτε μέσω κατανάλωσης μη κάλο μαγειρεμένων ιχθύων, είτε με επιμόλυνση από μαγειρικά σκεύη.